Υπό αμφισβήτηση η αξία της ετήσιας μαστογραφίας στην πρόληψη του καρκίνου

Υπό αμφισβήτηση η αξία της ετήσιας μαστογραφίας στην πρόληψη του καρκίνου

Αμφιβολίες για την πρακτική αξία της μαστογραφίας διατυπώνουν καναδοί επιστήμονες αφού μετά από σχετική μελέτη που εκπόνησαν δεν παρατήρησαν διαφορά ως προς τη θνησιμότητα μεταξύ των γυναικών που υποβάλλονταν τακτικά στην εξέταση και εκείνων που δεν είχαν κάνει ποτέ. 

Όπως αναφερεται σε σχετικό άρθρο του επιστημονικού εντύπου British Medical Journal, η καναδική μελέτη αναμένεται να προκαλέσει σύγχυση μεταξύ των γυναικών αλλά και να αναζωπυρώσει την επιστημονική διαμάχη για την αξία των συχνών μαστογραφιών, αν και δεν προβλέπεται να οδηγήσει σε άμεσες αλλαγές στην καθιερωμένη εδώ και δεκαετίες πρακτική της ετήσιας μαστογραφίας.

Αξίζει δε να σημειωθεί ότι, μια άλλη μελέτη κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η διπλή προληπτική μαστεκτομή, μπορεί να σώσει τις ζωές γυναικών που έχουν γενετική προδιάθεση να νοσήσουν από καρκίνο του μαστού.

Οι ερευνητές του Πανεπιστημίου του Τορόντο, με επικεφαλής τον καθηγητή Άντονι Μίλερ, έθεσαν υπό ιατρική παρακολούθηση σχεδόν 90.000 γυναίκες, 40 - 59 ετών για 25 χρόνια και διαπίστωσαν ότι, σε αυτό το χρονικό διάστημα, σχεδόν ίδιος αριθμός γυναικών απεβίωσε από καρκίνο του μαστού ή άλλη αιτία, είτε υποβάλλονταν σε ετήσιες μαστογραφίες, είτε όχι.

Η μαστογραφία θεωρείται απαραίτητη για την έγκαιρη διάγνωση του καρκίνου του μαστού. Όμως, όπως έχουν δείξει και άλλες μελέτες στο παρελθόν, η καναδική έρευνα δείχνει ότι είναι πολύ αμφίβολο αν στην πράξη οι μαστογραφίες όντως σώζουν ζωές. Σε μερικές περιπτώσεις η πρόωρη διάγνωση δεν οδηγεί και σε θεραπεία του καρκίνου, ενώ σε άλλες περιπτώσεις η θεραπεία είναι αποτελεσματική, ακόμα κι αν η διάγνωση είναι καθυστερημένη.

Πάντως, οι κατευθυντήριες οδηγίες για τη συχνότητα της μαστογραφίας διαφέρουν διεθνώς. Σύμφωνα όμως με τον γενικό κανόνα, κάθε γυναίκα 40 ετών και άνω θα πρέπει να υποβάλλεται ετησίως σε μαστογραφία, και εφόσον δεν υπάρχουν ευρήματα ή κληρονομικό ιστορικό μετά τα 50 μπορεί να κάνει μαστογραφία κάθε δύο χρόνια.

Αξίζει να σημειωθεί ότι, αρκετές μορφές καρκίνου έχει πλέον αποδειχθεί ότι αναπτύσσονται με εξαιρετικά αργό ρυθμό ή και καθόλου, ενώ υπάρχουν και περιπτώσεις που οι όγκοι συρρικνώνονται ή και εξαφανίζονται μόνοι τους. Όμως από τη στιγμή που γίνεται η διάγνωση κάποιου όγκου, οι γιατροί αναγκάζονται να προχωρήσουν σε θεραπεία, επειδή δεν μπορούν να ξέρουν πώς θα εξελιχθεί. Η Ελβετία είναι η πρώτη χώρα που εξετάζει ήδη τον περιορισμό των προγραμμάτων μαστογραφιών στον πληθυσμό της.

Οι καναδοί ερευνητές θέτουν εκ νέου επί τάπητος το ζήτημα (όπως έχει συμβεί και στην περίπτωση του καρκίνου του προστάτη) αμφισβητώντας ότι τα δυνητικά οφέλη της μαστογραφίας αντισταθμίζουν τα μειονεκτήματα λόγω της περιττής διάγνωσης και θεραπείας.

Σύμφωνα με τηn έρευνα, το 22% των καρκίνων του μαστού που αποκαλύπτονται με τις μαστογραφίες, αφορούν όγκους που δεν προκαλούν συμπτώματα της νόσου και δεν θα είχαν μειώσει το προσδόκιμο ζωής μιας γυναίκας, ακόμα κι αν δεν είχαν ποτέ διαγνωστεί (περιττή διάγνωση) ή αντιμετωπιστεί με χημειοθεραπεία, ακτινοθεραπεία ή χειρουργική επέμβαση.

«Η πλειονότητα των καρκίνων του μαστού είναι ανιχνεύσιμοι από την μαστογραφία, αλλά κατά πόσον αυτό είναι ωφέλιμο, είναι πλέον πολύ αμφισβητήσιμο», εξηγεί ο Δρ Μίλερ. «Αν μπορείς πια να θεραπεύεις τους καρκίνους άσχετα με το στάδιο που βρίσκονται, τότε δεν υπάρχει κάποιος ρόλος για τη μαστογραφία. Καθώς η θεραπεία βελτιώνεται, η συνεισφορά της μαστογραφίας μειώνεται όλο και περισσότερο», προσθέτει. Παρόλα αυτά, ο Δρ Μίλερ τονίζει ότι η μαστογραφία είναι αναγκαία για κάθε γυναίκα που υποπτεύεται ότι κάτι δεν πάει καλά με το στήθος της.