Κίνητρα και μαθητές με Μαθησιακές Δυσκολίες

Κίνητρα και μαθητές με Μαθησιακές Δυσκολίες


Τατιάνα Πολυζώτη
Παιδοψυχολόγος, MSc Ειδικής Αγωγής

 

Σύμφωνα με έναν ευρέως αποδεκτό ορισμό:

«οι Μαθησιακές Δυσκολίες αποτελούν μια ανομοιογενή ομάδα διαταραχών. Εκδηλώνονται πάντα με σημαντικά προβλήματα στη μάθηση και είναι μια ενδογενής διαταραχή και όχι συνέπεια εξωτερικών παραγόντων».

Τα παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες παρουσιάζουν «ευπάθεια» κινήτρων και συνήθως είναι παθητικοί μαθητές. Έχουν μειωμένο ενδιαφέρον, χαμηλή αυτο-εικόνα και πολλές φορές μπορεί να παρουσιάσουν το φαινόμενο της «μαθημένης αδυναμίας».

Επιπλέον, τείνουν να αποδίδουν την επιτυχία τους στην τύχη και την αποτυχία τους στην έλλειψη ικανότητας και δείχνουν σημάδια παραίτησης.

 

Όπως προαναφέρθηκε οι μαθησιακές δυσκολίες αποτελούν μια ανομοιογενή ομάδα διαταραχών, παρά όμως την ετερογένεια που τις διακρίνει, τα άτομα με μαθησιακές δυσκολίες εμφανίζουν αδυναμίες και προς τις δύο διαστάσεις των μεταγνωστικών διεργασιών. Επομένως, αδυναμίες εντοπίζονται και στην ενημερότητα, αλλά και στη ρύθμιση της συμπεριφοράς από το ίδιο το άτομο.Επομένως, «το προφίλ των μαθητών με μαθησιακές δυσκολίες όσον αφορά στα κίνητρά τους, συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού τους ως πηγή κινήτρου» παρεμποδίζει τη διαδικασία της μάθησης και οδηγεί σταδιακά στην ανάπτυξη μιας παθητικής στάσης η οποία φυσικά απομακρύνει το άτομο από την ανάπτυξη της αυτο-ρύθμισης. Τα παιδιά αυτά αν και αποκτούν γνώσεις και δεξιότητες ως προς τη χρήση των διαφόρων στρατηγικών δεν καταφέρνουν να επιτύχουν έναν επαρκή συντονισμό των νοητικών τους διεργασιών. Συνεπώς, η ικανότητά τους για αυτο-παρακολούθηση και αυτο-ρύθμιση δεν αναπτύσσεται επαρκώς.

 

Σε μια μελέτη που έγινε από τους Klassenetal. (2008), βρέθηκε ότι τα άτομα με μαθησιακές δυσκολίες παρουσίασαν υψηλότερα επίπεδα αναβλητικότητας και χαμηλότερα επίπεδα μεταγνωστικής αυτο-ρύθμισης και αυτο-αποτελεσματικότητας. Τα παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες παρουσιάζουν χαμηλά επίπεδα αυτο-αποτελεσματικότητας. Η αυτο-αποτελεσματικότητα φαίνεται να σχετίζεται και με τα κίνητρα και την αυτο-ρύθμισή τους καθώς οι πεποιθήσεις του ατόμου για τον εαυτό του επηρεάζουν την επιλογή της δράσης, την επιμονή στο έργο, το επίπεδο της προσπάθειας και εν τέλει, το βαθμό της επιτυχίας από την επίδοση.

 

Κάποιοι άλλοι ερευνητές πρότειναν ότι οι μαθησιακές δυσκολίες είναι πρόβλημα κυρίως των κινήτρων κάτι που λειτουργεί ως εξήγηση για τη χαμηλή τους επίδοση στα μαθησιακά έργα. Από την έρευνα των Sideridis& Tsorbatzoudis(2003)προκύπτει ότι οι μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες φαίνεται να αποφεύγουν τη δέσμευση στα μαθησιακά έργα και πολλές φορές δεν φαίνονται ικανοί να ρυθμίσουν τις γνωστικές τους ικανότητες, τα κίνητρά τους, τους στόχους και τα συναισθήματά τους. Με άλλα λόγια, δεν θέτουν σε λειτουργία κάποιο γνωστικό ή κινητήριο μηχανισμό για να επιτύχουν, ούτε και δείχνουν να ξέρουν το πώς μπορούν να προσεγγίσουν την επιτυχία.

 

Από τα παραπάνω, προκύπτει ότι οι μαθητές με μαθησιακές δυσκολίες διακρίνονται από«ευπάθεια» και στα κίνητρα καθώς και στην αυτο-ρύθμιση των κινήτρων τους.Ευρήματα δείχνουν πως διαφέρουν από τους συμμαθητές τους όσον αφορά στα μαθησιακά και συμπεριφορικά τους προφίλ, στην προσήλωσή τους σε ένα στόχο και την αυτο-ρύθμισή τους. Ακόμα και εκείνοι που εμφανίζονται να έχουν θετικά αντιλαμβανόμενη ακαδημαϊκή επάρκεια, δείχνουν να εμφανίζουν λιγότερη προσπάθεια και λιγότερο επίμονη χρήση στρατηγικών από τους ακαδημαϊκά επιτυχημένους συνομηλίκους.

Τα τελευταία χρόνια γίνεται μια προσπάθεια δημιουργίας προγραμμάτων παρέμβασης για παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες που στόχο έχουν να προάγουν και να καλλιεργήσουν τις γνωστικές και μεταγνωστικές τους δυσκολίες αλλά και τη ρύθμιση των κινήτρων τους. Μέσω αυτών των προγραμμάτων οι μαθητές ασκούνται κυρίως στην υιοθέτηση μιας ενεργητικής στάσης απέναντι στη μάθηση με τελικό στόχο την επίτευξη της αυτο-ρύθμισής τους. Πολύ συνοπτικά, η ρύθμιση των κινήτρων των μαθητών επιτυγχάνεται με βάση τις παρακάτω αρχές:

Ø «έμφαση στον προσανατολισμό στο υπό επίλυση έργο,

Ø έμφαση στον καθορισμό στόχων,

Ø έμφαση στην προσπάθεια και την ενεργητική στάση,

Ø ενίσχυση των πεποιθήσεων για τις ικανότητές τους,

Ø περιορισμός στις εξωτερικές αμοιβές,

Ø αποφυγή των υπερβολικά θετικών αξιολογήσεων»

 

Συμπερασματικά, τα παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες, έχουν ανάγκη από παρέμβαση που ρυθμίζει τα κίνητρα τους προκειμένου να βελτιώσουν τη μεταγνώση τους, να αλλάξουν τις αιτιακές τους αποδόσεις για την επιτυχία και να βελτιώσουν την αυτοεικόνα τους.

 

 




Ελληνική Βιβλιογραφία:

Γωνίδα, Ε. (2003). Μεταγνωστικές διεργασίες και δυσκολίες μάθησης: Η ανάγκη για μια διευρυμένη προσέγγιση. Επιστημονική Επετηρίδα Τμήμα Ψυχολογίας Α.Π.Θ., τόμος Ε, (σελ. 251-368), Θεσσαλονίκη: Art of text.

Κωσταρίδου-Ευκλείδη,Α. (1999). Ψυχολογία Κινήτρων. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Παντελιάδου, Σ. (2009). Μεταγνώση. Αθήνα: Ελληνικά γράμματα.

Παντελιάδου,Σ. (2009). Μαθησιακές Δυσκολίες και Εκπαιδευτική Πράξη – Τι & Γιατί. Αθήνα:Ελληνικά Γράμματα.

 

 

 

Ξενόγλωσση Βιβλιογραφία:

Klassen, R. M. (2002). A Question of Calibration: A Review of the Self-efficacy Beliefs of Students With Learning Disabilities, Learning Disability Quartery, 25, 88-102.

Sideridis, D. G. & Tsorbatzoudis, C. (2003). Intra-Group Motivational Analysis of Students with Learning Disabilities: A Goal Orientation Approach. Learning Disabilities: A Contemporary Journal, 1(1), 8-19.

Zisimopoulos, D. M. & Galanaki, E. P. (2009). Academic Intrinsic Motivation and Perceived Academic Competence in Greek Elementary Students with and without Learning Disabilities. Learning Disadilities Research & Practice, 24(1), 33-43.